Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to log into
01
συνδέομαι σε, εισέρχομαι σε
to enter a computer system or website by providing a username and password
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
log
ενεστώτας
log into
γ΄ ενικό πρόσωπο
logs into
ενεστώτα μετοχή
logging into
απλός αόριστος
logged into
παθητική μετοχή
logged into
Παραδείγματα
Please log into your email account to check your messages.
Παρακαλώ συνδεθείτε στον λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας για να ελέγξετε τα μηνύματά σας.
02
συνδέω, παρέχω πρόσβαση
to give someone permission to access a computer system, online account, or application
Παραδείγματα
The librarian logged the researcher into the restricted database to access specialized information.
Ο βιβλιοθηκάριος συνδέθηκε τον ερευνητή στην περιορισμένη βάση δεδομένων για πρόσβαση σε εξειδικευμένες πληροφορίες.



























