Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to log into
01
συνδέομαι σε, εισέρχομαι σε
to enter a computer system or website by providing a username and password
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
log
ενεστώτας
log into
γ΄ ενικό πρόσωπο
logs into
ενεστώτα μετοχή
logging into
απλός αόριστος
logged into
παθητική μετοχή
logged into
Παραδείγματα
Students must log into the learning platform using their school IDs and passwords.
Οι μαθητές πρέπει να συνδεθούν στην πλατφόρμα μάθησης χρησιμοποιώντας τα σχολικά τους αναγνωριστικά και κωδικούς πρόσβασης.
02
συνδέω, παρέχω πρόσβαση
to give someone permission to access a computer system, online account, or application
Παραδείγματα
The IT administrator logged the new employee into their work computer.
Ο διαχειριστής IT συνδέθηκε στον νέο υπάλληλο στον υπολογιστή εργασίας τους.



























