to level with
le
ˈlɛ
le
vel
vəl
vēl
with
wɪð
vidh

Ορισμός και σημασία του "level with"στα αγγλικά

to level with
01

είμαι ειλικρινής με, μιλάω ξεκάθαρα με

to be completely honest with someone, even if the truth is difficult or unpleasant 
to level with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
level
ενεστώτας
level with
γ΄ ενικό πρόσωπο
levels with
ενεστώτα μετοχή
leveling with
απλός αόριστος
leveled with
παθητική μετοχή
leveled with
Παραδείγματα
The doctor leveled with the patient, explaining the risks and potential complications of the surgery without sugarcoating the reality. 

Ο γιατρός ήταν ειλικρινής με τον ασθενή, εξηγώντας τους κινδύνους και τις πιθανές επιπλοκές της εγχείρησης χωρίς να γλυκαίνει την πραγματικότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store