Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to gain on
[phrase form: gain]
01
πλησιάζω, μειώνω την απόσταση από
to get closer to a person or thing that is being pursued, often in a race, competition, or chase
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
gain
ενεστώτας
gain on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gains on
ενεστώτα μετοχή
gaining on
απλός αόριστος
gained on
παθητική μετοχή
gained on
Παραδείγματα
The police were gaining on the speeding car as it tried to evade capture.
Η αστυνομία πλησίαζε στο αυτοκίνητο που έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα καθώς προσπαθούσε να αποφύγει τη σύλληψη.



























