Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flush out
01
ξεβγάζω, διώχνω
to force something or someone out of a hidden or confined space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
flush
ενεστώτας
flush out
γ΄ ενικό πρόσωπο
flushes out
ενεστώτα μετοχή
flushing out
απλός αόριστος
flushed out
παθητική μετοχή
flushed out
Παραδείγματα
They tried various methods to flush out the rodents from the attic.
Δοκίμασαν διάφορες μεθόδους για να ξεφορτώσουν τα τρωκτικά από τη σοφίτα.
02
ξεπλένω, καθαρίζω με πίεση νερού
to remove something with the flow of water
Παραδείγματα
The pressure washer was used to flush out the dirt and grime from the exterior walls of the house.
Ο υδροκινητήρας υψηλής πίεσης χρησιμοποιήθηκε για να ξεπλύνει τη βρωμιά και τη λάσπη από τους εξωτερικούς τοίχους του σπιτιού.
03
ξεσκεπάζω, αποκαλύπτω
to take action to identify the individuals who have been deceitful or hiding their dishonest activities
Παραδείγματα
The investigative journalist aimed to flush out the corrupt politicians by exposing their wrongdoings.
Ο ερευνητικός δημοσιογράφος στοχεύει να ξεσκεπάσει τους διεφθαρμένους πολιτικούς εκθέτοντας τις αδικίες τους.



























