Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flush out
[phrase form: flush]
01
ξεβγάζω, διώχνω
to force something or someone out of a hidden or confined space
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
flush
ενεστώτας
flush out
γ΄ ενικό πρόσωπο
flushes out
ενεστώτα μετοχή
flushing out
απλός αόριστος
flushed out
παθητική μετοχή
flushed out
Παραδείγματα
The security team worked to flush out any unauthorized personnel from the restricted area.
Η ομάδα ασφαλείας εργάστηκε για να απομακρύνει οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο προσωπικό από την περιοχή πρόσβασης.
02
ξεπλένω, καθαρίζω με πίεση νερού
to remove something with the flow of water
Παραδείγματα
We'll need to flush the contaminants out from the water supply.
Θα χρειαστεί να ξεπλύνετε τα ρυπασμένα από την παροχή νερού.
03
ξεσκεπάζω, αποκαλύπτω
to take action to identify the individuals who have been deceitful or hiding their dishonest activities
Παραδείγματα
The internal audit was conducted to flush out any employees involved in financial misconduct.
Ο εσωτερικός έλεγχος πραγματοποιήθηκε για να αποκαλύψει υπαλλήλους που εμπλέκονται σε οικονομικές ατασθαλίες.



























