Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fling into
01
εφορμώ σε, βυθίζομαι σε
to eagerly and energetically start doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
fling
ενεστώτας
fling into
γ΄ ενικό πρόσωπο
flings into
ενεστώτα μετοχή
flinging into
απλός αόριστος
flung into
παθητική μετοχή
flung into
Παραδείγματα
The team flung into preparations for the upcoming competition, eager to win.
Η ομάδα έριξε στην προετοιμασία για τον επερχόμενο διαγωνισμό, με λαχτάρα να κερδίσει.



























