Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fling into
[phrase form: fling]
01
εφορμώ σε, βυθίζομαι σε
to eagerly and energetically start doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
fling
ενεστώτας
fling into
γ΄ ενικό πρόσωπο
flings into
ενεστώτα μετοχή
flinging into
απλός αόριστος
flung into
παθητική μετοχή
flung into
Παραδείγματα
After getting the promotion, she flung herself into her new role with great enthusiasm.
Μετά την προαγωγή της, έριξε τον εαυτό της στη νέα της θέση με μεγάλο ενθουσιασμό.



























