to fling into
fling
ˈflɪng
fling
in
ɪn
in
to
tu:
too

Ορισμός και σημασία του "fling into"στα αγγλικά

to fling into
01

εφορμώ σε, βυθίζομαι σε

to eagerly and energetically start doing something 
to fling into definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
fling
ενεστώτας
fling into
γ΄ ενικό πρόσωπο
flings into
ενεστώτα μετοχή
flinging into
απλός αόριστος
flung into
παθητική μετοχή
flung into
Παραδείγματα
The team flung into preparations for the upcoming competition, eager to win. 

Η ομάδα έριξε στην προετοιμασία για τον επερχόμενο διαγωνισμό, με λαχτάρα να κερδίσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store