Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dumb down
[phrase form: dumb]
01
υπεραπλούστευση, καθιστώ πιο προσιτό
to simplify or reduce the intellectual content of something in order to make it more accessible or appealing to a wider audience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
dumb
ενεστώτας
dumb down
γ΄ ενικό πρόσωπο
dumbs down
ενεστώτα μετοχή
dumbing down
απλός αόριστος
dumbed down
παθητική μετοχή
dumbed down
Παραδείγματα
The complex jargon in the manual was dumbed down to help customers troubleshoot issues on their own.
Η περίπλοκη ορολογία στο εγχειρίδιο απλοποιήθηκε για να βοηθήσει τους πελάτες να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα μόνοι τους.



























