dumbass
dumb
dʌm
dam
ass
ɑ:s
aas

Ορισμός και σημασία του "dumbass"στα αγγλικά

01

ηλίθιος, βλάκας

a foolish or extremely stupid person 
Dialectamerican flagAmerican
dumbass definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dumbasses
Παραδείγματα
You dumbass, you just locked the keys in the car. 

Βλάκας, μόλις κλείδωσες τα κλειδιά στο αυτοκίνητο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store