Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dumb down
01
υπεραπλούστευση, καθιστώ πιο προσιτό
to simplify or reduce the intellectual content of something in order to make it more accessible or appealing to a wider audience
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
dumb
ενεστώτας
dumb down
γ΄ ενικό πρόσωπο
dumbs down
ενεστώτα μετοχή
dumbing down
απλός αόριστος
dumbed down
παθητική μετοχή
dumbed down
Παραδείγματα
The teacher decided to dumb down the lesson so that all students could grasp the concepts.
Ο δάσκαλος αποφάσισε να απλοποιήσει το μάθημα ώστε όλοι οι μαθητές να μπορούν να κατανοήσουν τις έννοιες.



























