Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count against
[phrase form: count]
01
μετράει εναντίον, θεωρείται αρνητικός παράγοντας
to be considered as a negative factor or disadvantage, potentially leading to a failure of a person or a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count against
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts against
ενεστώτα μετοχή
counting against
απλός αόριστος
counted against
παθητική μετοχή
counted against
Παραδείγματα
Failing to address customer complaints promptly can count against a company's reputation in the market.
Η μη άμεση αντιμετώπιση των παραπόνων των πελατών μπορεί να λογιστεί εις βάρος της φήμης μιας εταιρείας στην αγορά.



























