to count against
count
ˈkaʊnt
καουντ
a
ə
α
gainst
gɛnst
γκενστ

Ορισμός και σημασία του "count against"στα αγγλικά

to count against
01

μετράει εναντίον, θεωρείται αρνητικός παράγοντας

to be considered as a negative factor or disadvantage, potentially leading to a failure of a person or a situation 
to count against definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count against
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts against
ενεστώτα μετοχή
counting against
απλός αόριστος
counted against
παθητική μετοχή
counted against
Παραδείγματα
The history of previous bankruptcies may count against the entrepreneur when applying for a business loan. 

Το ιστορικό προηγούμενων πτωχεύσεων μπορεί να λογίζεται εναντίον του επιχειρηματία κατά την αίτηση για επιχειρηματικό δάνειο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store