Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to count against
01
μετράει εναντίον, θεωρείται αρνητικός παράγοντας
to be considered as a negative factor or disadvantage, potentially leading to a failure of a person or a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
count
ενεστώτας
count against
γ΄ ενικό πρόσωπο
counts against
ενεστώτα μετοχή
counting against
απλός αόριστος
counted against
παθητική μετοχή
counted against
Παραδείγματα
The history of previous bankruptcies may count against the entrepreneur when applying for a business loan.
Το ιστορικό προηγούμενων πτωχεύσεων μπορεί να λογίζεται εναντίον του επιχειρηματία κατά την αίτηση για επιχειρηματικό δάνειο.



























