Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come between
01
μπαίνω ανάμεσα, χωρίζω
to be a cause or source of division or conflict between two or more parties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
between
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come between
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes between
ενεστώτα μετοχή
coming between
απλός αόριστος
came between
παθητική μετοχή
come between
Παραδείγματα
Religious differences can come between people of different faiths.
Οι θρησκευτικές διαφορές μπορούν να μπουν ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικών πεποιθήσεων.
02
μπλέκομαι ανάμεσα, παρεμβάλλομαι
to ruin a relationship or connection between two or more people
Παραδείγματα
A disagreement between friends should not allow anything to come between their bond.
Μια διαφωνία μεταξύ φίλων δεν πρέπει να επιτρέπει σε τίποτα να μπει ανάμεσα στον δεσμό τους.
03
βρίσκομαι ανάμεσα, εμπλέκομαι ανάμεσα
to be situated in the middle or among other things
Παραδείγματα
The small park comes between the two busy intersections in the city.
Το μικρό πάρκο βρίσκεται ανάμεσα στα δύο πολυσύχναστα σταυροδρόμια της πόλης.
04
παρεμβάλλομαι, διακόπτω
to interrupt or disrupt a process or sequence
Παραδείγματα
Technical difficulties came between the live broadcast, causing a temporary disruption.
Τεχνικές δυσκολίες παρενέβησαν στη ζωντανή μετάδοση, προκαλώντας προσωρινή διακοπή.



























