Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to clean up after
01
τακτοποιώ μετά, καθαρίζω μετά
to tidy, remove, or organize things following a particular activity or event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up after
βασικό ρήμα
clean
ενεστώτας
clean up after
γ΄ ενικό πρόσωπο
cleans up after
ενεστώτα μετοχή
cleaning up after
απλός αόριστος
cleaned up after
παθητική μετοχή
cleaned up after
Παραδείγματα
Parents often have to clean up after their children's playtime, picking up toys and putting things back in order.
Οι γονείς συχνά πρέπει να καθαρίζουν μετά από το χρόνο παιχνιδιού των παιδιών τους, μαζεύοντας τα παιχνίδια και τακτοποιώντας τα πράγματα.



























