Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bend down
01
σκύβω, λυγίζω
to lower one's upper body toward the ground
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
bend
ενεστώτας
bend down
γ΄ ενικό πρόσωπο
bends down
ενεστώτα μετοχή
bending down
απλός αόριστος
bent down
παθητική μετοχή
bent down
Παραδείγματα
The cat likes to bend down and peek under the furniture.
Η γάτα αρέσκεται να σκύβει και να κρυφοκοιτάζει κάτω από τα έπιπλα.



























