bend down
bend
bɛnd
μπενντ
down
daʊn
νταουν
/bˈɛnd dˈaʊn/

Ορισμός και σημασία του "bend down"στα αγγλικά

to bend down
[phrase form: bend]
01

σκύβω, λυγίζω

to lower one's upper body toward the ground
to bend down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
bend
ενεστώτας
bend down
γ΄ ενικό πρόσωπο
bends down
ενεστώτα μετοχή
bending down
απλός αόριστος
bent down
παθητική μετοχή
bent down
Παραδείγματα
The cat likes to bend down and peek under the furniture.
Η γάτα αρέσκεται να σκύβει και να κρυφοκοιτάζει κάτω από τα έπιπλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store