to bend down
bend
bɛnd
bend
down
daʊn
dawn

Ορισμός και σημασία του "bend down"στα αγγλικά

to bend down
01

σκύβω, λυγίζω

to lower one's upper body toward the ground 
to bend down definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
bend
ενεστώτας
bend down
γ΄ ενικό πρόσωπο
bends down
ενεστώτα μετοχή
bending down
απλός αόριστος
bent down
παθητική μετοχή
bent down
Παραδείγματα
The gardener had to bend down regularly to tend to the plants. 

Ο κηπουρός έπρεπε να σκύβει τακτικά για να φροντίζει τα φυτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store