Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bat around
[phrase form: bat]
01
συζητούν διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης ενός σχεδίου ή ιδέας, ανταλλάσσουν ιδέες σχετικά με ένα σχέδιο ή ιδέα
to discuss different ways to handle a plan or idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
bat
ενεστώτας
bat around
γ΄ ενικό πρόσωπο
bats around
ενεστώτα μετοχή
batting around
απλός αόριστος
batted around
παθητική μετοχή
batted around
Παραδείγματα
Let's bat the proposal around during the meeting.
Ας συζητήσουμε την πρόταση κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























