Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to batch
01
ομαδοποιώ, επεξεργάζομαι σε παρτίδες
to group items or tasks together and process them as a single unit or in a specific sequence
Transitive: to batch items or tasks
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
batch
γ΄ ενικό πρόσωπο
batches
ενεστώτα μετοχή
batching
απλός αόριστος
batched
παθητική μετοχή
batched
Παραδείγματα
The chef batches ingredients for efficiency, preparing all vegetables before moving on to meats.
Ο σεφ ομαδοποιεί τα υλικά για αποτελεσματικότητα, ετοιμάζοντας όλα τα λαχανικά πριν προχωρήσει στα κρέατα.
Batch
01
φουρνιά, παρτίδα
all the loaves of bread baked at the same time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
batches
02
παρτίδα, ομάδα
a number of things or people considered as a group or set
03
παρτίδα, φουρνιά
an amount of something such as medicine, food, etc. produced or required in a single session



























