Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bang around
01
κινώμεθα δυνατά, μετακινούμαι με θόρυβο
to move around in a way that creates loud sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
bang
ενεστώτας
bang around
γ΄ ενικό πρόσωπο
bangs around
ενεστώτα μετοχή
banging around
απλός αόριστος
banged around
παθητική μετοχή
banged around
Παραδείγματα
The sound of someone banging around in the attic startled us.
Ο ήχος κάποιου που κροτούσε στη σοφίτα μας τρόμαξε.



























