Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bang around
[phrase form: bang]
01
κινώμεθα δυνατά, μετακινούμαι με θόρυβο
to move around in a way that creates loud sounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
bang
ενεστώτας
bang around
γ΄ ενικό πρόσωπο
bangs around
ενεστώτα μετοχή
banging around
απλός αόριστος
banged around
παθητική μετοχή
banged around
Παραδείγματα
Stop banging around in the bedroom; you'll wake everyone up!
Σταμάτα να κάνεις θόρυβο στο υπνοδωμάτιο· θα ξυπνήσεις όλους!



























