Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to visit with
[phrase form: visit]
01
περνάω χρόνο με, επισκέπτομαι
to spend time with someone, especially for social or casual reasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
visit
ενεστώτας
visit with
γ΄ ενικό πρόσωπο
visits with
ενεστώτα μετοχή
visiting with
απλός αόριστος
visited with
παθητική μετοχή
visited with
Παραδείγματα
She always finds time to visit with her close friends.
Βρίσκει πάντα χρόνο να περάσει χρόνο με τους κοντινούς της φίλους.



























