visit with
vi
ˈvɪ
βι
sit
zɪt
ζιτ
with
wɪð
ουιδ
/vˈɪzɪt wɪð/

Ορισμός και σημασία του "visit with"στα αγγλικά

to visit with
[phrase form: visit]
01

περνάω χρόνο με, επισκέπτομαι

to spend time with someone, especially for social or casual reasons
to visit with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
visit
ενεστώτας
visit with
γ΄ ενικό πρόσωπο
visits with
ενεστώτα μετοχή
visiting with
απλός αόριστος
visited with
παθητική μετοχή
visited with
Παραδείγματα
She always finds time to visit with her close friends.
Βρίσκει πάντα χρόνο να περάσει χρόνο με τους κοντινούς της φίλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store