Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to visit with
01
περνάω χρόνο με, επισκέπτομαι
to spend time with someone, especially for social or casual reasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
visit
ενεστώτας
visit with
γ΄ ενικό πρόσωπο
visits with
ενεστώτα μετοχή
visiting with
απλός αόριστος
visited with
παθητική μετοχή
visited with
Παραδείγματα
We often visit with our neighbors on the weekends.
Συχνά περνάμε χρόνο με τους γείτονές μας τα σαββατοκύριακα.



























