Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stay out
[phrase form: stay]
01
κρατιέμαι μακριά, δεν εμπλέκομαι
to choose not to participate or engage in a discussion or argument
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
stay
ενεστώτας
stay out
γ΄ ενικό πρόσωπο
stays out
ενεστώτα μετοχή
staying out
απλός αόριστος
stayed out
παθητική μετοχή
stayed out
Παραδείγματα
The colleague decided to stay out of the office politics and maintain a professional demeanor.
Ο συνάδελφος αποφάσισε να μείνει μακριά από την πολιτική του γραφείου και να διατηρήσει επαγγελματική συμπεριφορά.
02
μένω έξω, περνάω τη νύχτα έξω
to choose not to return home during the night or to arrive home late
Παραδείγματα
His parents were upset because he stayed out past curfew.
Οι γονείς του ήταν αναστατωμένοι γιατί έμεινε έξω μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας.



























