Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squeeze in
[phrase form: squeeze]
01
σφίγγω, βρίσκω χρόνο
to manage to find or create a small amount of space or time for someone or something, often with difficulty
Transitive: to squeeze in sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
squeeze
ενεστώτας
squeeze in
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeezes in
ενεστώτα μετοχή
squeezing in
απλός αόριστος
squeezed in
παθητική μετοχή
squeezed in
Παραδείγματα
Despite the crowded room, they somehow found a way to squeeze in an extra chair for the unexpected guest.
Παρά το γεμάτο δωμάτιο, κατάφεραν με κάποιο τρόπο να στριμώξουν μια επιπλέον καρέκλα για τον απροσδόκητο επισκέπτη.



























