Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to squeeze in
01
σφίγγω, βρίσκω χρόνο
to manage to find or create a small amount of space or time for someone or something, often with difficulty
Transitive: to squeeze in sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
squeeze
ενεστώτας
squeeze in
γ΄ ενικό πρόσωπο
squeezes in
ενεστώτα μετοχή
squeezing in
απλός αόριστος
squeezed in
παθητική μετοχή
squeezed in
Παραδείγματα
The teacher allowed the students to squeeze a quick review session in before the final exam.
Ο δάσκαλος επέτρεψε στους μαθητές να σφίξουν μια γρήγορη επανάληψη πριν από την τελική εξέταση.



























