Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muddle through
01
τα βγάζω πέρα, καταφέρνω
to manage a situation in a satisfactory manner, even in the absence of proper knowledge, planning, or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
muddle
ενεστώτας
muddle through
γ΄ ενικό πρόσωπο
muddles through
ενεστώτα μετοχή
muddling through
απλός αόριστος
muddled through
παθητική μετοχή
muddled through
Παραδείγματα
Despite the lack of a comprehensive plan, they were able to muddle through the complex project successfully.
Παρά την έλλειψη ενός περιεκτικού σχεδίου, κατάφεραν να τα βγάλουν πέρα με επιτυχία στο πολύπλοκο έργο.



























