Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muddle through
[phrase form: muddle]
01
τα βγάζω πέρα, καταφέρνω
to manage a situation in a satisfactory manner, even in the absence of proper knowledge, planning, or resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
muddle
ενεστώτας
muddle through
γ΄ ενικό πρόσωπο
muddles through
ενεστώτα μετοχή
muddling through
απλός αόριστος
muddled through
παθητική μετοχή
muddled through
Παραδείγματα
Individuals often muddle through unexpected tasks by relying on their instincts and adaptability.
Τα άτομα συχνά τα βγάζουν πέρα με απροσδόκητες εργασίες βασιζόμενα στα ένστικτά τους και την προσαρμοστικότητά τους.



























