Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to look out for
01
προσέχω, φροντίζω
to take care and be watchful of someone or something and make sure no harm comes to them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out for
βασικό ρήμα
look
ενεστώτας
look out for
γ΄ ενικό πρόσωπο
looks out for
ενεστώτα μετοχή
looking out for
απλός αόριστος
looked out for
παθητική μετοχή
looked out for
Παραδείγματα
The older siblings were instructed to look out for their younger brother during the school field trip.
Οι μεγαλύτεροι αδελφοί είχαν οδηγία να προσέχουν τον μικρότερο αδελφό τους κατά τη σχολική εκδρομή.
02
προσέχω για, είμαι σε εγρήγορση για
to be watchful and cautious in order to prevent something negative from occurring
Παραδείγματα
You should always look out for pickpockets in crowded areas.
Πρέπει πάντα να προσέχεις τους πορτοφολάδες σε γεμάτες περιοχές.
03
αναζητώ ενεργά, παρακολουθώ
to actively search for or anticipate the arrival of someone or something
Παραδείγματα
I was looking out for my friends at the concert, but I didn't see them.
Κοίταζα για τους φίλους μου στη συναυλία, αλλά δεν τους είδα.
04
προσέχω τα δικά μου συμφέροντα, νοιάζομαι για την ευημερία μου
to prioritize one's own interests and well-being, often at the expense of others
Παραδείγματα
She looked out for herself during the divorce proceedings, ensuring she got a fair settlement.
Φρόντιζε τα δικά της συμφέροντα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διαζυγίου, διασφαλίζοντας μια δίκαιη διευθέτηση.



























