finish with
fi
ˈfɪ
φι
nish
nɪʃ
νισ
with
wɪð
ουιδ
/fˈɪnɪʃ wɪð/

Ορισμός και σημασία του "finish with"στα αγγλικά

to finish with
[phrase form: finish]
01

τελειώνω με, χωρίζω με

to end one's romantic relationship with someone
Dialectbritish flagBritish
to finish with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
finish
ενεστώτας
finish with
γ΄ ενικό πρόσωπο
finishes with
ενεστώτα μετοχή
finishing with
απλός αόριστος
finished with
παθητική μετοχή
finished with
Παραδείγματα
Sarah told her friends, ' I 've finished with John, and it's for the best.'
Η Σάρα είπε στους φίλους της, 'Έχω τελειώσει με τον Τζον, και είναι για το καλύτερο.'
02

τελειώνω με, ολοκληρώνω με

to complete the use of an object or to conclude a task
Παραδείγματα
Can you let me know when you 're finished with the phone so I can make a call?
Μπορείς να μου πεις όταν τελειώσεις με το τηλέφωνο για να μπορέσω να κάνω μια κλήση;
03

τελειώνω με, σταματώ με

to stop doing something, particularly a habit or activity
Dialectbritish flagBritish
Παραδείγματα
I've finished with wasting time on social media and plan to be more productive.
Τελείωσα με τη σπατάλη χρόνου στα κοινωνικά δίκτυα και σχεδιάζω να είμαι πιο παραγωγικός.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store