Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to finish with
01
τελειώνω με, χωρίζω με
to end one's romantic relationship with someone
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
finish
ενεστώτας
finish with
γ΄ ενικό πρόσωπο
finishes with
ενεστώτα μετοχή
finishing with
απλός αόριστος
finished with
παθητική μετοχή
finished with
Παραδείγματα
She couldn't handle the long-distance relationship anymore and chose to finish with her partner.
Δεν μπορούσε πλέον να αντέξει την αποστασιακή σχέση και επέλεξε να τελειώσει με τον σύντροφό της.
02
τελειώνω με, ολοκληρώνω με
to complete the use of an object or to conclude a task
Παραδείγματα
When you've finished with the car, I need to run some errands.
Όταν τελειώσεις με το αυτοκίνητο, πρέπει να κάνω μερικές δουλειές.
03
τελειώνω με, σταματώ με
to stop doing something, particularly a habit or activity
Dialect
British
Παραδείγματα
After years of smoking, he decided he was finished with the habit for good.
Μετά από χρόνια καπνίσματος, αποφάσισε ότι είχε τελειώσει με αυτή την συνήθεια για πάντα.



























