doughty
dough
ˈdaʊ
νταου
ty
ti
τι
doughy

Ορισμός και σημασία του "doughty"στα αγγλικά

01

γενναίος, θαρραλέος

overflowing with bravery and determination 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
doughtiest
συγκριτικός βαθμός
doughtier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
character, behavior, personality
Παραδείγματα
Known for her doughty attitude, she tackled every challenge with resolve. 

Γνωστή για την θαρραλέα στάση της, αντιμετώπισε κάθε πρόκληση με αποφασιστικότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store