hagiographic
Pronunciation
/hˌædʒɪəɡɹˈæfɪk/

Ορισμός και σημασία του "hagiographic"στα αγγλικά

hagiographic
01

αγιογραφικός, κολακευτικός

giving a highly exaggerated and flattering representation of a person as if they are perfect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hagiographic
συγκριτικός βαθμός
more hagiographic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Critics accused the documentary of presenting a hagiographic view of the celebrity.
Οι κριτικοί κατηγόρησαν το ντοκιμαντέρ ότι παρουσίαζε μια αγιογραφική άποψη της διασημότητας.

Λεξικό Δέντρο

hagiographic
hagiograph
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store