hagiographic
ha
ˌhæ
χαι
giog
ˈgiəg
γκιαγκ
ra
ραι
phic
fɪk
φικ
planographicanemographicstenographicphotographic

Ορισμός και σημασία του "hagiographic"στα αγγλικά

hagiographic
01

αγιογραφικός, κολακευτικός

giving a highly exaggerated and flattering representation of a person as if they are perfect 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most hagiographic
συγκριτικός βαθμός
more hagiographic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
literature, biography, representation
Παραδείγματα
The biography was criticized for its hagiographic portrayal of the politician. 

Η βιογραφία επικρίθηκε για την αγιογραφική απεικόνιση του πολιτικού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

hagiographic
hagiograph
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store