Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hagiographer
01
αγιογράφος, βιογράφος που παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη εικόνα της ζωής κάποιου
a biographer who gives an idealized account of someone's life
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
hagiographers



























