Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to prevail on
01
πείθω, προτρέπω
to persuade and convince a person to do something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
prevail
ενεστώτας
prevail on
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevails on
ενεστώτα μετοχή
prevailing on
απλός αόριστος
prevailed on
παθητική μετοχή
prevailed on
Παραδείγματα
He found it difficult to prevail on his partner to adopt the new budget plan.
Βρήκε δύσκολο να πείσει τον συνεργάτη του να υιοθετήσει το νέο πλάνο προϋπολογισμού.



























