to prevail on
pre
prɪ
pri
vail
ˈveɪl
veil
on
ɒn
on
prevail upon

Ορισμός και σημασία του "prevail on"στα αγγλικά

to prevail on
01

πείθω, προτρέπω

to persuade and convince a person to do something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
prevail
ενεστώτας
prevail on
γ΄ ενικό πρόσωπο
prevails on
ενεστώτα μετοχή
prevailing on
απλός αόριστος
prevailed on
παθητική μετοχή
prevailed on
Παραδείγματα
She managed to prevail on her friend to join the charity event. 

Κατάφερε να πείσει τον φίλο της να συμμετάσχει στο φιλανθρωπικό γεγονός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store