Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run up against
[phrase form: run]
01
συναντώ, αντιμετωπίζω
to encounter a problem or a difficult situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up against
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run up against
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs up against
ενεστώτα μετοχή
running up against
απλός αόριστος
ran up against
παθητική μετοχή
run up against
Παραδείγματα
The new policy caused the organization to run up against unforeseen complications.
Η νέα πολιτική οδήγησε τον οργανισμό να αντιμετωπίσει απρόβλεπτες επιπλοκές.
02
συναντώ, αντιμετωπίζω
to encounter a person who makes it difficult to work or communicate with them effectively
Παραδείγματα
While working on the group project, they ran up against a team member who was often unresponsive and uncooperative.
Ενώ εργάζονταν στην ομαδική εργασία, συνάντησαν ένα μέλος της ομάδας που συχνά δεν απαντούσε και δεν συνεργαζόταν.



























