Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hit upon
[phrase form: hit]
01
συμβαίνω σε, έχω μια έμπνευση
to suddenly have a great idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
upon
βασικό ρήμα
hit
ενεστώτας
hit upon
γ΄ ενικό πρόσωπο
hits upon
ενεστώτα μετοχή
hitting upon
απλός αόριστος
hit upon
παθητική μετοχή
hit upon
Παραδείγματα
During the meeting, our colleague hit upon a groundbreaking solution that resolved the issue.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, ο συνάδελφός μας βρήκε μια επαναστατική λύση που έλυσε το πρόβλημα.



























