low-paid
Pronunciation
/lˈoʊpˈeɪd/

Ορισμός και σημασία του "low-paid"στα αγγλικά

01

χαμηλόμισθος, με χαμηλό μισθό

earning or giving only a small amount of money
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-paid
συγκριτικός βαθμός
more low-paid
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Low-paid jobs are common in the service industry.
Οι χαμηλά αμειβόμενες δουλειές είναι συχνές στον τομέα των υπηρεσιών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store