low-paid
low
ləʊ
lew
paid
peɪd
peid
lopid

Ορισμός και σημασία του "low-paid"στα αγγλικά

01

χαμηλόμισθος, με χαμηλό μισθό

earning or giving only a small amount of money 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most low-paid
συγκριτικός βαθμός
more low-paid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
employment, economics, income
Παραδείγματα
Many low-paid workers struggle to pay rent. 

Πολλοί χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι αγωνίζονται να πληρώσουν το ενοίκιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store