to multitask
mul
ˌmʌl
mal
ti
ti
ti
task
ˈtɑ:sk
taask

Ορισμός και σημασία του "multitask"στα αγγλικά

to multitask
01

πολυδιεργασία, κάνω πολλά πράγματα ταυτόχρονα

to simultaneously do more than one thing 
Intransitive
to multitask definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
multitask
γ΄ ενικό πρόσωπο
multitasks
ενεστώτα μετοχή
multitasking
απλός αόριστος
multitasked
παθητική μετοχή
multitasked
Παραδείγματα
In her busy job, she has to multitask efficiently to handle emails, phone calls, and meetings throughout the day. 

Στην απασχολημένη δουλειά της, πρέπει να πολυδιεργασία αποτελεσματικά για να χειρίζεται emails, τηλεφωνικές κλήσεις και συναντήσεις καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store