Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Multitasking
01
πολυδιεργασία, ικανότητα εκτέλεσης περισσότερων από μία εργασίες ταυτόχρονα
(of people) the ability to perform more than one task simultaneously
Παραδείγματα
He found that multitasking while studying made it harder to retain information.
Βρήκε ότι το multitasking κατά τη διάρκεια της μελέτης καθιστούσε πιο δύσκολη την αποθήκευση πληροφοριών.
Λεξικό Δέντρο
multitasking
multitask
task



























