Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Multitasking
01
πολυδιεργασία, ικανότητα εκτέλεσης περισσότερων από μία εργασίες ταυτόχρονα
(of people) the ability to perform more than one task simultaneously
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
multitaskings
Παραδείγματα
Effective multitasking is essential for success in a fast-paced work environment.
Η αποτελεσματική πολυδιεργασία είναι απαραίτητη για την επιτυχία σε ένα γρήγορο περιβάλλον εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
multitasking
multitask
task



























