in-flight
in
ɪn
in
flight
flaɪt
flait
overwriteimpoliteoutfightaffright

Ορισμός και σημασία του "in-flight"στα αγγλικά

01

εν πτήσει, κατά τη διάρκεια της πτήσης

offered or occurring during a flight 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
aviation, services, travel
Παραδείγματα
The in-flight meal was served shortly after takeoff. 

Το γεύμα κατά τη διάρκεια της πτήσης σερβιρίστηκε λίγο μετά την απογείωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store