maternity leave
Pronunciation
/məˈtɜrnəti liv/

Ορισμός και σημασία του "maternity leave"στα αγγλικά

Maternity leave
01

άδεια μητρότητας

a period of time when a woman can take a break from working and stay home before and after the birth of her child
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Maternity leave allowed her to bond with her newborn without worrying about work responsibilities.
Η άδεια μητρότητας της επέτρεψε να δημιουργήσει δεσμό με το νεογέννητό της χωρίς να ανησυχεί για τις εργασιακές της υποχρεώσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store