Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get away with
[phrase form: get]
01
ξεπερνώ χωρίς τιμωρία, διαφεύγω την τιμωρία
to escape punishment for one's wrong actions
Transitive: to get away with an action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get away with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets away with
ενεστώτα μετοχή
getting away with
απλός αόριστος
got away with
παθητική μετοχή
gotten away with
Παραδείγματα
He tried to cheat on the test, but he did n’t get away with it because the teacher caught him.
Προσπάθησε να κλέψει στο τεστ, αλλά δεν κατάφερε να ξεφύγει γιατί τον πιάσε ο δάσκαλος.
02
τα βγάζω πέρα με, καταφέρνω με
to successfully accomplish a task or goal with minimal effort or resources, often by taking a shortcut or doing something that is not considered the best practice
Transitive: to get away with a task or goal
Παραδείγματα
The handyman managed to get away with fixing the leaky faucet without buying any new parts.
Ο τεχνίτης κατάφερε να τα βγάλει πέρα επιδιορθώνοντας τη στάζουσα βρύση χωρίς να αγοράσει νέα ανταλλακτικά.



























