Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get away with
01
ξεπερνώ χωρίς τιμωρία, διαφεύγω την τιμωρία
to escape punishment for one's wrong actions
Transitive: to get away with an action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away with
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get away with
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets away with
ενεστώτα μετοχή
getting away with
απλός αόριστος
got away with
παθητική μετοχή
gotten away with
Παραδείγματα
Some white-collar criminals try to get away with embezzling money from their companies.
Μερικοί εγκληματίες λευκού κολάρου προσπαθούν να ξεφύγουν από την τιμωρία κλέβοντας χρήματα από τις εταιρείες τους.
02
τα βγάζω πέρα με, καταφέρνω με
to successfully accomplish a task or goal with minimal effort or resources, often by taking a shortcut or doing something that is not considered the best practice
Transitive: to get away with a task or goal
Παραδείγματα
I wonder if we could get away with a simpler recipe for the party, considering our limited budget.
Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαμε να τα βγάλουμε πέρα με μια πιο απλή συνταγή για το πάρτι, λαμβάνοντας υπόψη τον περιορισμένο μας προϋπολογισμό.



























