Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
failed
01
αποτυχημένος, αποτυχής
not successful in achieving the desired result
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most failed
συγκριτικός βαθμός
more failed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The failed attempt to fix the leaky roof resulted in water damage to the house.
Η αποτυχημένη προσπάθεια επιδιόρθωσης της στάξιμης στέγης οδήγησε σε ζημιές από νερό στο σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
failed
fail



























