Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
failed
01
αποτυχημένος, αποτυχής
not successful in achieving the desired result
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most failed
συγκριτικός βαθμός
more failed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The failed attempt to rescue the hostages led to further complications.
Η αποτυχημένη προσπάθεια διάσωσης των ομήρων οδήγησε σε περαιτέρω επιπλοκές.
Λεξικό Δέντρο
failed
fail



























