Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Accommodations
01
διαμονή, καταλύματα
a place to stay in for a short period, often with food or other services
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accommodations



























