Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-quarantine
01
αυτο-καραντίνα, εκούσια απομόνωση
a period of time one opts to remain apart from others in order to prevent the spread of an infectious disease
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
self-quarantines
to self-quarantine
01
αυτοαπομονώνομαι, βάζω τον εαυτό μου σε καραντίνα
to keep oneself away from others for a period of time in order to prevent the spread of an infectious disease
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
self-quarantine
γ΄ ενικό πρόσωπο
self-quarantines
ενεστώτα μετοχή
self-quarantining
απλός αόριστος
self-quarantined
παθητική μετοχή
self-quarantined



























