Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-realization
01
αυτοπραγμάτωση, προσωπική ολοκλήρωση
The development or fulfillment of one's potential or capacities
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























