Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Self-harm
01
αυτοτραυματισμός, αυτοβλάβη
the action of intentionally harming oneself, usually as a result of a mental disorder
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























