self-harm
self
sɛlf
self
harm
hɑ:m
haam

Ορισμός και σημασία του "self-harm"στα αγγλικά

01

αυτοτραυματισμός, αυτοβλάβη

the action of intentionally harming oneself, usually as a result of a mental disorder 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store