Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Flip-flopper
01
ανεμοδείκτης, αλλαζόνας
one who makes an abrupt change of opinion, especially a politician
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
flip-floppers



























