rowback
Pronunciation
/ɹˈoʊbæk/

Ορισμός και σημασία του "rowback"στα αγγλικά

01

οπισθοδρόμηση, αλλαγή απόφασης

the act of changing an earlier promise, decision, or statement so that it becomes entirely different
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rowbacks

Λεξικό Δέντρο

rowback

row

+

back

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store