Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stand-off
01
αδιέξοδο, αντιπαράθεση
a situation in which reaching an agreement seems impossible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stand-offs
Παραδείγματα
The negotiation turned into a stand-off after both sides refused to compromise.
Η διαπραγμάτευση μετατράπηκε σε αδιέξοδο αφού και οι δύο πλευρές αρνήθηκαν να συμβιβαστούν.



























