Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stand-off
01
αδιέξοδο, αντιπαράθεση
a situation in which reaching an agreement seems impossible
Παραδείγματα
The political debate ended in a stand-off, with neither party willing to concede.
Η πολιτική συζήτηση κατέληξε σε αδιέξοδο, με καμία από τις δύο πλευρές να μην είναι διατεθειμένη να υποχωρήσει.



























