Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shitstorm
01
σκυλοθύελλα, κακοφωνία
a situation of violent disagreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
shitstorms
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shitstorm
shit
storm



























